Produced by Sophia Canoni
Note: The tonic system has been changed from polytonic tomonotonic, otherwise the spelling of the book has not beenchanged.
Σημείωση: Το τονικό σύστημα έχει αλλάξει από πολυτονικό σεμονοτονικό. Κατά τα άλλα έχει διατηρηθεί η ορθογραφία τουβιβλίου.
Στην Α. Ε τον κ. Κ. Σπυρίδη
Ένα τορπιλλοβόλο μαύρο και χαμηλό ήταν αραγμένο καμιάπεντακοσαριά μέτρα μακριά από το μεγάλο θωρηκτό. Στο Ρένα τοναύτη φάνηκε καθώς το κύτταζεν έτσι σιωπηλό, τόσο έρημο καιξεχασμένο από τον κόσμο, ώστε όλη η λογική του δεν έφθασε να τονκάνει να πιστέψει στην πραγματικότητα του· και σκέφτηκε:
— Τάχα να βρίσκονται άνθρωποι ίδιοι με μας κει μέσα;
Πιο μακριά στο βάθος, η μεγάλη στεριά. Τα πεύκα την πρασινίζανεκαι την κάναν επιθυμητή, μα ο Ρένας φοβότανε πάντα το μυστήριότης. Τώρα ήτανε χαμηλή και μακρυνή. Το βράδυ όμως ψήλωνε σα ράχηκάποιου γίγαντα και στερεωνότανε στη μέση τ' ουρανού και τηςθάλασσας. Τις ώρες της αυγής αργοξυπνούσεν η στεριά, κι' ενώ ταχρώματα στον ορίζοντα τινάζονταν μαντεύοντας το φως που ερχόταν,αυτή επίμενε στον ύπνο της και διατηρούσε το σκοτάδι της σανκακόν εφιάλτη πολύ πιο ύστερα από το γενικό ξύπνημα.
Ο Ρένας ο ναύτης κύτταζεν ολοένα σκαρφαλωμένος στο π η γ α ί οτου μεγάλου ταχυβόλου. Κι' ούτε το μαύρο τορπιλλοβόλο, ούτ' ηστεριά φαινόντανε μόνα αυτά από τη θέση κείνη σαν ψεύτικα και σανξένα.
Ήταν το τρεχαντήρι που πέρασε κάπως μακριά με τα πανιά σα σπαθιά·κι' ήταν το λιμανάκι πέρα που μόνον οι βάρκες ορίζανε την ύπαρξήτου· κι' ήταν ο νέος σημαιοφόρος που πέρασεν από πίσω του με ταπαπούτσια του που τρίζανε σα να περπατούσε πάνω σε κόκκαλα· κι'ήταν μια φυσαρμόνικα κάτω στο υπόφραγμα που δεν ταραζότανε τώρααπό τα τραγούδια παρατημένη μισάνοιχτη στην άκρη ενός πάγκου.,,Και ήταν ότι νάβλεπεν από κει σαν ψεύτικο, σα να τόβλεπε μέσ' απότζάμι ή μέσα στην αντανάκλαση του νερού.
Ακόμα του φαινόταν πολύ παράξενο κι' ακατανόητο πως στα μακρυνάπέρα χωριά, τα τόσον ακίνητα και σιγαληνά, υπάρχανε και κάθοντανάνθρωποι, και πως οι άνθρωποι κείνοι ζούσαν και κινιόνταν όπωςαυτός, όπως οι άλλοι ναύτες, όπως ο άλλος κόσμος,. Και μόνο σταμάτια του Ρένα αληθινός και ζωντανός καμπυλωνόταν ο ουρανός καιτο γαλάζο του ανοιχτό δεν είχε να του κρύψει κανένα μυστικό,.,
Κατέβηκεν από το κανόνι και τράβηξε στο μεσόστεγο. Καθώςπερνούσεν από τ' Οπλονομείον είδεν αραδιασμένους ακόμα καμίαδεκαριά ναύτες που περιμένανε τη σειρά τους να τους φωνάξει ούπαρχος. Λίγοι ήταν πραγματικά ένοχοι, μα οι πιο πολλοίτιμωριότανε για τιποτένιες αφορμές. Αθώοι και φταίστες παίρνανετο ίδιο σχεδόν μερίδιο τιμωρία.. Τους κύτταξε τώρα με λιγότερησυμπάθεια, απ' ότι τους είχε κυττάξει πριν μισή ώρα αραδιασμένοςκι' αυτός στη γραμμή και περιμένοντας την τιμωρία του.
Ένας από τη γραμμή τον ρώτησε:
— Πόσο στο βαφτίσανε το νήπιο;
— Ενός μηνός.
— Κράτηση ή φυλάκιση;
— Φυλάκιση κουμπάρε μου.. Μούπε μάλιστα να του το χρεωστώ καιχάρη που δεν την έβαλεν α υ σ τ η ρ ά. Θάχω όλη την ελευθερία ναγυρίζω στο καράβι, κι' από δουλειά τίποτα.
— Καλός είσαι και συ!
Του τώπε με κάποια κακία, μα ο Ρένας δε στενοχωρήθηκε γιατίήξερεν όλους τους ναύτες κακούς από τη δυστυχία τους και τον έναχειρότερο από τον άλλο,. Τριγύρω του τα πράγματα και τα πρόσωπαείχαν χάσει το πρώτο τους σοβαρό κι' αλλοιώτικο ύφος. Είδεν ότικαμιά πια εντύπωση δε